ίκτερος


ίκτερος
[иктэрос] ουσ. а. (кггр.) желтуха.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ίκτερος" в других словарях:

  • ἴκτερος — jaundice masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ίκτερος — Κίτρινη χροιά του δέρματος, του σκληρού χιτώνα των ματιών και των βλεννογόνων, που οφείλεται σε συσσώρευση χολοχρωστικών στο αίμα (τιμή χολερυθρίνης άνω των 3 mg ανά 100 ml αίματος) και μπορεί να έχει διάφορες διαβαθμίσεις (στις ηπιότερες… …   Dictionary of Greek

  • ίκτερος — ο αρρώστια που οφείλεται σε υπερβολική παραγωγή χολής από το συκώτι και στην απορρόφησή της από το αίμα: Πολλά νεογέννητα πάσχουν από ίκτερο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αιμολυτικός ίκτερος — Ίκτερος που συνοδεύει αιμολυτικές αναιμίες. Οφείλεται σε αύξηση του ρυθμού παραγωγής της χολερυθρίνης που φτάνει σε ποσότητες τέτοιες, ώστε το φυσιολογικό ήπαρ να μην μπορεί να την προσλάβει και να την απεκκρίνει. Χαρακτηρίζεται από την αύξηση… …   Dictionary of Greek

  • ἰκτέροις — ἴκτερος jaundice masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτέρου — ἴκτερος jaundice masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτέρους — ἴκτερος jaundice masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτέρων — ἴκτερος jaundice masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτέρῳ — ἴκτερος jaundice masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴκτεροι — ἴκτερος jaundice masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)